ΠολιτισμόςΤέχνεςΒιβλίοΕιδήσεις

Ο Μαρσέλ Προυστ γεννήθηκε για να “αναζητήσει το χαμένο χρόνο του”… σαν σήμερα

Ο Μαρσέλ Προυστ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Το βιβλίο του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» έχει δώσει τροφή για ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις, ενώ ταυτόχρονα, αρκετοί ερευνητές και αναλυτές έχουν δημοσιεύσει δοκίμια σχετικά με τα θέματα που ο συγγραφέας καταπιάνεται στο βιβλίο του.

Υπήρξε από τους πρώτους ομοφυλόφιλους συγγραφείς που μέσα από το έργο του αποκάλυψε τη σεξουαλική του ταυτότητα. Ο τρόπος γραφής του ήταν αρκετά περίπλοκος με αχανείς προτάσεις, γεμάτες με δευτερεύουσες επεξηγηματικές προτάσεις που μερικές φορές ξεπερνούσαν σε έκταση τη μία σελίδα. Πολλοί τον θεώρησαν υπερεκτιμημένο συγγραφέα, όμως περισσότεροι είναι αυτοί που επηρεάστηκαν από τη γραφή του. Ο ίδιος άλλωστε είχε γράψει για τον εαυτό του πως: «Όπως πολλοί διανοούμενοι, ήταν ανίκανος να διατυπώσει ένα απλό πράγμα με απλό τρόπο». Το υπνοδωμάτιο του συγγραφέα, που τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του αφοσιώθηκε στη συγγραφή του βιβλίου «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο»

Το ερωτηματολόγιο του Προυστ

Μέχρι σήμερα υπάρχει ένα ψυχολογικό τεστ που αποτελείται από 37 ερωτήσεις και έχει ως στόχο ο άνθρωπος που υποβάλλεται στη διαδικασία να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του και τους άλλους ανθρώπους. Το τεστ ονομάστηκε «ερωτηματολόγιο του Προυστ». Αν και δεν είναι σίγουρο ότι το δημιούργησε ο ίδιος ο Προυστ, πήρε το όνομά όταν ο ίδιος υποβλήθηκε σε αυτό. Η επικρατέστερη εκδοχή είναι ότι η φίλη του Μαρσέλ Προυστ, Αντουανέτα Φορ έφτιαξε το ερωτηματολόγιο και ο Προυστ απάντησε σε αυτό όταν ήταν 13 και το επανέλαβε όταν ήταν 20 ετών. Το σίγουρο είναι ότι ο Προυστ από την εφηβική ηλικία είχε εκπαιδεύσει το πνεύμα του και ήταν σε θέση να αναζητήσει και να αντιμετωπίσει τους περισσότερους φόβους του και τους φιλοσοφικούς του προβληματισμούς.

Το άσθμα και τα σαλόνια του Παρισιού

Ο Μαρσέλ Προυστ γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1871 στην πόλη Οτέιγ της Γαλλίας. Η οικογένεια του ήταν εύπορη και ανήκε στην αστική τάξη του Παρισιού. Ο πατέρας του ήταν γνωστός παθολόγος και επιδημιολόγος και είχε δημοσιεύσει πολλές του έρευνες σε ιατρικά περιοδικά της Ευρώπης. Η μητέρα του καταγόταν από πλούσια οικογένεια από την Αλσατία. Ο Προυστ μεγάλωσε στη λεγόμενη «Belle Époque» του Παρισιού, «την όμορφη εποχή», που οι άνθρωποι ζούσαν ανέμελα ανέφελα και με ξεγνοιασιά που θα κράταγε λίγα ακόμη χρόνια, πριν ξεσπάσει ο φρικτός πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο Μαρσέλ Προυστ υπηρέτησε για ένα χρόνο στον Γαλλικό Στρατό.

Ο Μαρσέλ Προυστ υπηρέτησε για ένα χρόνο στον Γαλλικό Στρατό O Μαρσέλ Προυστ είχε άσθμα που του δημιουργούσε πολλά προβλήματα στην παιδική ηλικία. Σπούδασε στο λύκειο Κοντορσέ, αλλά εξαιτίας της εύθραυστης υγείας του συχνά παρακολουθούσε μαθήματα από το σπίτι. Ωστόσο, στο τέλος της σχολικής χρονιάς βραβεύτηκε για τις εξαιρετικές του επιδόσεις στη Λογοτεχνία. Μετά το λύκειο κατατάχθηκε στον γαλλικό στρατό, αλλά μετά από ένα χρόνο έφυγε, αφού ήταν αδύνατο να ακολουθήσει το δύσκολο πρόγραμμα της εκπαίδευσης. Ο χρόνος στον στρατό ήταν αρκετά ευεργετικός για τον Μαρσέλ, που ήρθε σε επαφή με πολλούς νέους από αριστοκρατικές οικογένειες της Γαλλίας.

Οι επισκέψεις στα σαλόνια της καλής κοινωνίας τον βοήθησαν να γνωρίσει ισχυρούς ανθρώπους με επιρροή στην παριζιάνικη κοινωνία και στα πνευματικά δρώμενα. Το 1893 πήρε πτυχίο στη Νομική και δύο χρόνια αργότερα στη Λογοτεχνία. Ενώ φοιτούσε, το 1890, αρθρογραφούσε στο περιοδικό «Le Mensuel» (η Μηνιαία). Ήταν ένα από τα ιδρυτικά μέλη του λογοτεχνικού περιοδικού «Le Banquet» (το Συμπόσιο) και συχνά δημοσίευε λογοτεχνικά άρθρα. Το 1896 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «Οι ηδονές και οι ημέρες», που ήταν στην ουσία μια συλλογή από μικρές ιστορίες, δοκίμια και ποιήματα. Την εισαγωγή του βιβλίου την υπέγραψε ο Ανατόλ Φρανς, που ο Προυστ γνώρισε στο σπίτι της μαντάμ Βερντουρίν, η οποία καλούσε στο σπίτι της την ελίτ του Παρισιού. Ο Προυστ δεν είχε σοβαρό βιοποριστικό πρόβλημα και για ένα διάστημα εργάστηκε εθελοντικά σε μια βιβλιοθήκη. Και πάλι το άσθμα τον εμπόδιζε να συνεχίσει την εργασία και τελικά ζούσε στο πατρικό του, μέχρι τον θάνατο των γονιών του.

Ο πατέρας του πέθανε το 1903 και δύο χρόνια αργότερα πέθανε και η μητέρα του, στην οποία ο συγγραφέας είχε υπερβολική αδυναμία. Αργότερα, ο Προυστ θα εξομολογηθεί ότι όταν ήταν μικρός δεν κοιμόταν τα βράδια επειδή περίμενε το πρωινό φιλί της μητέρας του.  Μετά τον θάνατο των γονιών του, ο Προυστ κλείστηκε στο σπίτι, απομονώθηκε από όλους τους γνωστούς του και περιόρισε τις κοσμικές εξόδους του.

Αφοσιώθηκε πλήρως στο συγγραφικό του έργο. Σε αυτό τον βοήθησε η μεγάλη κληρονομιά, χάρη στην οποία δεν χρειάστηκε να εργαστεί ξανά. Μελετούσε μανιωδώς συγγραφείς και ποιητές του 19ου αιώνα. Συνήθιζε να κοιμάται την ημέρα και να εργάζεται το βράδυ, γράφωντας βιβλία. Η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής και ο Προυστ στράφηκε τελικά στην μετάφραση των έργων του Βρετανού συγγραφέα και ιστορικού τέχνης, Τζον Ράσκιν. Παράλληλα, συνέχισε να αρθογραφεί στην εφημερίδα «Le Figaro«. Εκείνη την εποχή κατοχύρωσε και το δικό του ύφος γραφής.

Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο

Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ώστε δεν πρόφταινα ν’ αναλογιστώ: «Με παίρνει ο ύπνος».

Με αυτή τη φράση ο Προυστ ξεκινά το βιβλίο «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο». Πρόκειται για ένα βιβλίο, έκτασης 3.200 σελίδων, από τα πιο σημαντικά του 20ου αιώνα. Αποτελείται από 7 τόμους : 1) Από τη μεριά του Σουάν, 2) Στη σκιά των κοριτσιών με τα λουλούδια, 3) Από τη μεριά των Γκερμάν, 4) Σόδομα και Γόμορα, 5) Η αιχμάλωτη, 6) Η χαμένη Αλμπερτίν και 7) Ο χρόνος που ξαναβρέθηκε. Οι τρεις τελευταίοι δημοσιεύτηκαν από τον αδερφό του Προυστ το 1927 μετά τον θάνατο του Μαρσέλ.

Ο Προυστ με τον Ρόμπερτ ντε Φλερ στα αριστερά και τον Λουσιάν Ντοντέ από τα δεξιά του. Με τονΛουσιάν είχαν ερωτική σχέση

Το βιβλίο αποτελεί το κράμα των προβληματισμών του Προυστ. Πρόκειται για ένα ημιαυτοβιογραφικό αλληγορικό μυθιστόρημα με γνώμονα τη σημασία της ακούσιας μνήμης και της ενοχής κάθε ανθρώπου. Ο κεντρικός ήρωας ονομάζεται Μαρσέλ και περιγράφει καταστάσεις από την παιδική του ηλικία. Η λήθη των γεγονότων είναι καταλυτική και ο μικρός Μαρσέλ μάχεται να θυμηθεί. Όπως ο Προυστ ακούσια θυμήθηκε μια παιδική ανάμνηση μέσα από την μυρωδιά και τη γεύση ενός μπισκότου με τσάι, έτσι κι ο χαρακτήρας του βιβλίου θυμάται πίνοντας τσάι και τρώγοντας κέικ. Η ιστορία ξετυλίγεται σταδιακά σκιαγραφώντας συμβολικά τη ζωή του Παρισιού και την αναζήτηση του ανθρώπου για ουσιαστικές απαντήσεις στις αναζητήσεις του.

Ο θάνατος του συγγραφέα

Ο Μαρσέλ Προυστ πέθανε στις 18 Νοεμβρίου του 1922 από πνευμονία. Ο Προυστ πέρασε τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του στην κρεβατοκάμαρά του γράφοντας το επτάτομο βιβλίο του. Πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1922 από πνευμονία. Δεν πρόλαβε να διορθώσει τους τρεις τελευταίους τόμους, που εκδόθηκαν σταδιακά έως το 1927….

ΠΗΓΗ: mixanitouxronou

Show More

Related Articles

Back to top button